Προσωπικὲς Ἱστοσελίδες Δημήτριος Εὐαγγ. Μούρμουρας


Ὁμηρικά Ἔπη Ἀρχική

χολόω

(χόλος) ταράσσω (ἐρεθίζω) τὴν χολή τινος | ὅθεν, κάνω κάποιον νὰ θυμώσει, ὀργίζω κάποιον.

ΙΙ. μέσο καὶ παθ., ὀργίζομαι, θυμώνω.

[χολωθείς, μτχ. ἀρσ. παθ. ἀορ. α' (Α 9)]
[κεχολώσεται, τετελ. μέλλ. (Α 139)]


Δημήτριος Ε. Μούρμουρας

Copyright©2012 Dimitrios E. Mourmouras
Last Update 27 May, 2014