χολόω
(χόλος) ταράσσω (ἐρεθίζω) τὴν χολή τινος | ὅθεν, κάνω κάποιον νὰ θυμώσει, ὀργίζω κάποιον.
ΙΙ. μέσο καὶ παθ., ὀργίζομαι, θυμώνω.
[χολωθείς, μτχ. ἀρσ. παθ. ἀορ. α' (Α 9)] [κεχολώσεται, τετελ. μέλλ. (Α 139)]
Δημήτριος Ε. Μούρμουρας